Το 2024 είναι ένα σημαντικό έτος για τη δημοκρατία στην Ευρώπη σε πραγματικά δύσκολους καιρούς. Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο, το 2024 θα είναι ένα «σούπερ» εκλογικό έτος.
Στις αρχές Ιουνίου 2024, περισσότεροι από 400 εκατομμύρια Ευρωπαίοι θα μπορούν να εκλέξουν το νέο τους κοινοβούλιο. Μετά από αυτό, θα διοριστεί η νέα ηγεσία της Commission στις Βρυξέλλες. Εκλογές θα διεξαχθούν επίσης σε 7 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ , στις τρεις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, την Ουκρανία, τη Μολδαβία και τη Σερβία, καθώς και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο τα αποτελέσματα των ψηφοφοριών στην Ταϊβάν, την Ινδία, την Ινδονησία, τη Ρωσία και τη Νότια Αφρική έχουν όλα μια γεωπολιτική διάσταση με τον δικό τους τρόπο που σαφώς επηρεάζουν και την ΕΕ. Οι πιο σημαντικές εκλογές, ωστόσο, θα πραγματοποιηθούν τον Νοέμβριο στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον στενότερο σύμμαχο της Ευρώπης.
Δεν είναι λίγοι οι αναλυτές στην ΕΕ που ανησυχούν για το έτος των εκλογών – και τι μπορεί να ακολουθήσει μετά από αυτό. Όχι μόνο είναι αβέβαιο πώς θα προχωρήσουν οι ευρωπαϊκές εκλογές υπό την πίεση του πολέμου, των παγκόσμιων αναταραχών αλλά είναι δυσδιάκριτη και η βαρύτητα που θα μπορούσαν να έχουν τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα στα εθνικά κοινοβούλια, τις κυβερνήσεις και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Και φυσικά ούτε λόγος για την προοπτική νίκης ΤΡΑΜΠ στις ΗΠΑ, γεγονός που θα δημιουργούσε ένα εντελώς ξεχωριστό πεδίο. Τούτων δοθέντων η νέα πολιτική ηγεσία της ΕΕ θα έχει να επιλύσει μια δύσκολη άσκηση ώστε να καταρτίσει ένα πρόγραμμα εργασίας που να ανταποκρίνεται στις πολυσύνθετες προκλήσεις των καιρών, αλλά και στις υψηλές προσδοκίες των Ευρωπαίων πολιτών.
Σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο, η ΕΕ χρειάζεται ένα ελάχιστο επίπεδο εσωτερικής ικανότητας και συνοχής προκειμένου να προωθήσει τη δική της ανάπτυξιακή πρόταση και να είναι σε θέση να έχει λόγο στη διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας. Ωστόσο, η Ευρώπη συγκλονίζεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία και, μετά την πανδημία και την οικονομική κρίση, οι κοινωνικές προκλήσεις έχουν αυξηθεί λόγω του πληθωρισμού, της χαμηλής οικονομικής ανάπτυξης και των σφιχτών προϋπολογισμών. Πολλοί πολίτες ατενίζουν το μέλλον με φόβο και ανησυχία και όλο και περισσότεροι υποθέτουν ότι η επόμενη γενιά θα είναι σε χειρότερη κατάσταση. Αυτές δεν είναι εύκολες συνθήκες για μετριοπαθείς – step by step πολιτικές που συνήθως επιλέγονται από τα κοινοτικά όργανα.
Κατά την άποψη μου το πολιτικό καθήκον των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων τα κράτη-μέλη είναι μεγάλο. Πρέπει να απορρίψουν τις διοικητικές δυσλειτουργίες, να διαμορφώσουν ένα νέο θετικό όραμα, να καταρτίσουν ένα ρεαλιστικό και κατανοητό σχέδιο δράσης και να προσδιορίσουν τη σαφή διαδρομή για μια σύγχρονη Ενωμένη Ευρώπη. Βραχυπρόθεσμα βέβαια και μέχρι τον Ιούνιο του 2024, ένα από τα καθήκοντά τους θα είναι να πείσουν τους Ευρωπαίους ότι αυτές οι εκλογές είναι τόσο σημαντικές που πρέπει όλοι να συμμετάσχουν. Παραδοσιακά, οι ευρωπαϊκές εκλογές δεν είναι δημοφιλείς, παρόλο που το 2019 το ποσοστό συμμετοχής ήταν λίγο πάνω από το 50% για πρώτη φορά. Υπάρχει κάτι που πρέπει να διδαχθούμε από αυτό: πριν από πέντε χρόνια, ειδικά οι νέοι πήγαν στις κάλπες σε μεγαλύτερους αριθμούς. Πολλοί δήλωσαν ότι ήθελαν να αποτελέσουν παράδειγμα για μια ισχυρή ΕΕ ενόψει του Brexit αλλά και για μια πιο φιλόδοξη ατζέντα για το κλίμα στην Ευρώπη.
Έτσι για τα ευρωπαϊκά κόμματα, είναι σημαντικό να δείξουν στην προεκλογική εκστρατεία τους, ότι η επόμενη κοινοβουλευτική περίοδος θα καθορίσει επίσης την πορεία σε πολύ σημαντικά ζητήματα και ότι η ΕΕ έχει πολλά να προστατεύσει και πολλά θετικά πράγματα να αναπτύξει. Είναι σαφές ότι οι νεότεροι θα διαδραματίσουν και πάλι ιδιαίτερο ρόλο το 2024, εξάλλου μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων θα ψηφίσει για πρώτη φορά. Αλλά δυστυχώς μόλις λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, είναι σαφές ότι το επίπεδο πληροφόρησης είναι χαμηλό και το αίσθημα συμμετοχής είναι άτονο.
Δεν πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι μεταξύ 2008 και 2022, το ποσοστό των ευρωσκεπτικιστικών κομμάτων, πολλά από τα οποία ζητούν ακόμη και τη διάλυση της ΕΕ, σχεδόν τετραπλασιάστηκε στις εθνικές εκλογές των χωρών-μελών. Αυτές οι φωνές θα είναι επίσης πολύ δυνατές στην προεκλογική εκστρατεία για τις ευρωπαϊκές εκλογές του Ιουνίου και, όπως συμβαίνει συχνά θα αφορούν περισσότερο εθνικά θέματα παρά ευρωπαϊκά καθήκοντα. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές, πολλά από τα κόμματα τουλάχιστον έτρεξαν με ένα βασικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα, ακόμη και αν κάποιες στρατηγικές εκστρατείας έμειναν προσκολλημένες στα εθνικά θέματα. Το 2024, μπορεί να υπάρξουν οπισθοδρομήσεις σ’ αυτό το σημείο. Οι αλλαγές στην κυβερνητική και κοινοβουλευτική σύνθεση, στα κομματικά συστήματα και στις συζητήσεις είναι πιθανό να συμβάλουν στην επανεθνικοποίηση της «Ευρωπαικής» προεκλογικής εκστρατείας.
Βέβαια για άλλη μια φορά οι ευρωπαϊκές εκλογές δεν είναι τόσο …ευρωπαϊκές. Η ψηφοφορία διεξάγεται σε διαφορετικές ημέρες και η ηλικία των νέων ψηφοφόρων κυμαίνεται μεταξύ 16 και 21 ετών. Οι εθνικοί υποψήφιοι ψηφίζονται σε εθνικούς καταλόγους εθνικών κομμάτων, δεν υπάρχουν ευρωπαϊκά κόμματα. Οι ευρωβουλευτές μπορούν να εκλεγούν χωρίς πρώτα να διευκρινιστεί σε ποια ευρωπαϊκή κομματική οικογένεια και, συνεπώς, σε ποια ομάδα του ΕΚ ανήκουν. Δεν υπάρχει ακόμη ευρωπαϊκή πολιτική σφαίρα, και το 2024 ίσως ακόμη λιγότερο από ό, τι στις προηγούμενες εκλογές. Ενόψει των μεγάλων πολιτικών ζητημάτων και κινδύνων, καιρός είναι νομίζω καιρός για ένα κοινό πολιτικό αφήγημα για μια πανευρωπαϊκή προεκλογική εκστρατεία. Υπάρχει κίνδυνος το μέλλον μας στην Ευρώπη να εξεταστεί και πάλι περισσότερο μέσα από ένα εθνικό πρίσμα.
Αυτό όμως έρχεται σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει εδώ και πολύ καιρό σε κοινωνικό επίπεδο. Η κοινωνία, και ιδιαίτερα η νεότερη γενιά, «εξευρωπαΐζεται», η συμμετοχή σε προγράμματα και δράσεις μεγαλώνει και η δικτύωση και η κινητικότητα αυξάνονται πέρα από τα σύνορα. Στο τελευταίο Ευρωβαρόμετρο, το 71% των νέων δήλωσε ότι η ΕΕ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην καθημερινή τους ζωή.
Οι προσδοκίες από την Ευρώπη αυξάνονται, αλλά το πολιτικό σύστημα δυστυχώς δεν συμβαδίζει και έτσι οι αντιευρωπαϊκοί παράγοντες το εκμεταλλεύονται όσο καλύτερα μπορούν. Αυτό στις 9 Ιουνίου πρέπει να αλλάξει με μαζική συμμετοχή στις εκλογές και φυσικά με ποιοτική επιλογή ευρωβουλευτών.
*Του Γρηγόρη Παπαχαραλάμπους, Οικονομολόγου ΜΡΑ


