Ξεχασμένοι Λαρισαίοι ζωγράφοι: Ο Ζήσης Τσαπράζης

Από τον Νικόλαο Αθ. Παπαθεωδόρου

nikapap@hotmail.com

Πριν από μήνες [1] είχαμε αναφερθεί στους Λαρισαίους ζωγράφους του μεσοπολέμου. Η αναφορά δεν ήταν ολοκληρωμένη, καθώς παραλείψαμε μερικούς και για άλλους η καταγραφή ήταν ελλιπής. Σήμερα θα αναφέρουμε και άλλους ζωγράφους της περιόδου αυτής και κυρίως θα γράψουμε περισσότερα για τον Ζήση Τσαπράζη, του οποίου η αναφορά στο προηγούμενο κείμενο ήταν περιορισμένη και δυσανάλογη με την αξία του.
Ο Ζήσης Τσαπράζης ήταν και αυτός καλλιτέχνης της εποχής του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε το 1911 στη Λάρισα. Από μικρός ακόμα φαινόταν ότι ήταν προικισμένος με το ταλέντο της ζωγραφικής. Όταν φοιτούσε στο Δημοτικό Σχολείο, δεν έχανε την ευκαιρία να ζωγραφίζει τα αντικείμενα που τον εντυπωσίαζαν. Ένας κόκορας στο κοτέτσι του σπιτιού του ήταν το πρώτο του …μοντέλο. Κατόρθωσε να τον αποδώσει εξαιρετικά σε σκίτσο με ένα κοινό μολύβι. Οι έπαινοι που ακολούθησαν απ’ όσους είδαν το πρωτόλειό του τον ενθάρρυναν και η χαρά που δοκίμασε ήταν πολύ μεγάλη. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή για να πάρει την απόφαση να γίνει ζωγράφος. Το επόμενο έργο του, όπως εξομολογήθηκε στον δημοσιογράφο Κώστα Περραιβό, ήταν μια άποψη της αυλής του σπιτιού του με τα δένδρα και το κοτέτσι, χρησιμοποιώντας όμως τώρα χρώματα. Έδειξε το έργο στους συμμαθητές του στο σχολείο και σε γνωστούς και φίλους του πατέρα του και οι προτροπές όλων να επιδοθεί στη ζωγραφική τον ενίσχυαν να συνεχίσει να κυνηγά το καλλιτεχνικό όνειρό του.
Όταν τελείωσε το Γυμνάσιο και ήλθε η ώρα να πραγματοποιήσει το όνειρό του, αντιλήφθηκε ότι δυστυχώς δεν μπορούσε να μετοικήσει στην Αθήνα για σπουδές , καθώς η οικογένειά του δεν είχε τις απαιτούμενες οικονομικές δυνατότητες. Το γεγονός έγινε γνωστό στην πόλη, μικρή τότε η Λάρισα, και έφθασε και στα αυτιά του δημάρχου Μιχαήλ Σάπκα. Έτυχε να τον γνωρίζει σαν γιατρός της οικογένειας που ήταν, και αποφάσισε να τον βοηθήσει, καθώς είχε ακούσει πολύ καλά λόγια για το ταλέντο του από φιλότεχνους φίλους του. Εισηγήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο όπως εγκρίνει ένα μηνιαίο ποσόν ως υποτροφία για τις σπουδές του. Η πρόταση αυτή έγινε ομόφωνα δεκτή και παρά το ότι το ποσόν δεν επαρκούσε για να καλύψει όλες τις ανάγκες του, γράφτηκε το 1929 στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου. Στη Σχολή ευτύχησε να έχει σπουδαίους καθηγητές, όπως τον Δημήτριο Μπισκίνη, τον Δημήτριο Γερανιώτη, τον Ουμβέρτο Αργυρό και άλλους σπουδαίους δασκάλους οι οποίοι τον μύησαν στα μυστικά τόσο της ζωγραφικής όσο και της γλυπτικής[2].
Αποφοίτησε το 1934 και για κάποιο διάστημα τον βρίσκουμε να εργάζεται ως καλλιτεχνικός σύμβουλος στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Στο διάστημα αυτό μάλιστα οργάνωσε και δύο ατομικές εκθέσεις. Σύντομα όμως επανέκαμψε στη Λάρισα όπου περίμενε να σταδιοδρομήσει.
Το πρώτο του εργαστήριο ο Ζήσης Τσαπράζης το στέγασε στην οδό Κούμα, δίπλα από τον κινηματογράφο «Πάλλας»[3]. Όμως στην πόλη επικρατούσε την εποχή εκείνη άγνοια και αδιαφορία για τις καλές τέχνες. Πίστευε ότι θα τον καλούσαν να κάνει πορτραίτα ή να πουλήσει έργα του. Εις μάτην! Υποκύπτοντας σε παραινέσεις φίλων του αποφάσισε το φθινόπωρο του 1934 να κάνει μια ατομική έκθεση ζωγραφικής στην αίθουσα της «Λαρισαϊκής Λέσχης», η οποία στεγαζόταν τότε στους δύο επάνω ορόφους του τριώροφου μεγάρου του Ιωάννη Αλεξάνδρου, το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα στην οδό Βενιζέλου, απέναντι από το Α’ Αρχαίο Θέατρο[4]. Όμως οι φιλότεχνοι που την επισκέφτηκαν ήταν ελάχιστοι, και κανένας αγοραστής δεν προθυμοποιήθηκε να αγοράσει έργο του, εκτός από τον Δήμο (δήμαρχος τότε ήταν ο προστάτης του Μιχαήλ Σάπκας) που αγόρασε δύο πίνακες. Η απογοήτευσή του ήταν μεγάλη και αναγκάστηκε να επιδοθεί συγχρόνως και στη διακοσμητική τέχνη εσωτερικών χώρων. Συγχρόνως δίδαξε το μάθημα των Τεχνικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και εικονογράφησε διάφορα βιβλία. Κατά τη διάρκεια της κατοχής δεν σταμάτησε να ζωγραφίζει και πολλά έργα του μετά την υποχώρηση των Γερμανών φυγαδεύτηκαν στη Γερμανία. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου βρέθηκε εξόριστος σε διάφορους τόπους (Μακρόνησο, κλπ).
Όταν το 1955 ο ιατρός Γεώργιος Κατσίγρας οικοδομούσε τη μεγάλη κλινική του στην πλατεία Ταχυδρομείου τον κάλεσε κοντά του. Φιλότεχνος καθώς ήταν, γνώριζε το έργο του Ζήση Τσαπράζη και τις επιδόσεις του στη γυψογλυπτική τέχνη, και του ανέθεσε να αγιογραφήσει και να διακοσμήσει το παρεκκλήσιο της κλινικής, αφιερωμένο στον άγ. Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και πραγματικά ο καλλιτέχνης δημιούργησε ένα σπουδαίο έργο μικρών διαστάσεων αλλά μνημειακό [5]. Όσοι δεν έχουν επισκεφθεί το παρεκκλήσιο αυτό, τους συνιστούμε να επιδιώξουν να το δουν και να μελετήσουν προσεκτικά τόσο τις αγιογραφίες του, όσο και τη γύψινη γλυπτική διακόσμηση του χώρου. Με την κατασκευή του παρεκκλησίου δημιουργήθηκε μια φιλική σχέση μεταξύ των δύο ανδρών και στη συνέχεια ο Ζήσης Τσαπράζης αποτέλεσε ουσιαστικά τον προσωπικό καλλιτεχνικό σύμβουλο του Κατσίγρα, ο οποίος τον κατηύθυνε στις διάφορες αγορές των έργων της συλλογής του. Επί πλέον αγόρασε και μερικά δικά του έργα με τα οποία εμπλούτισε τη συλλογή του. Στη Δημοτική Πινακοθήκη Λάρισας-Μουσείο Γ. Ι. Κατσίγρα είναι καταγεγραμμένα 14 έργα του Ζήση Τσαπράζη, τα περισσότερα τοπία.
Ο Ζήσης Τσαπράζης νυμφεύθηκε την Ευαγγελία το γένος Ραΐση. Το μοναδικό τέκνο τους η Ιωάννα παντρεύτηκε τον σιδηροδρομικό Νικόδημο Παπαλαζάρου με τον οποίο απέκτησε δύο τέκνα, τον Κωνσταντίνο που ζει στη Λάρισα και διατηρεί καφεκοπτείο επί της οδού Παναγούλη και την Βίκυ, φιλόλογο, η οποία ζει και εργάζεται στην Ερμούπολη της Σύρου[6]. Ο Ζήσης Τσαπράζης πέθανε στη Λάρισα το 1975.
Η αγιογράφηση στους τοίχους του παρεκκλησίου της κλινικής Κατσίγρα και η διακόσμηση του εσωτερικού χώρου του θεωρείται καλλιτεχνικά ότι αποτελεί την πλέον δημιουργική δουλειά του Ζήση Τσαπράζη παρ’ όλον ότι, όπως αναφέρθηκε, υπάρχει μια σειρά έργων του στην Πινακοθήκη της Λάρισας και διάσπαρτοι πίνακες σε ιδιώτες. Διάφορες καταστάσεις δυστυχώς δεν βοήθησαν να αναδειχθεί το έργο του Τσαπράζη, το οποίο περιορίστηκε στα στενά τοπικά πλαίσια. Η σημερινή αναφορά ας αποτελέσει την απαρχή μια καλύτερης γνωριμίας του καλλιτέχνη με τους αναγνώστες της εφημερίδας και τους Λαρισαίους εν γένει.
Στους ξεχασμένους ζωγράφους της Λάρισας του μεσοπολέμου θα πρέπει να κατατάξουμε και τη Μαρίκα, κόρη του αγιογράφου Χρυσόστομου Παπαμερκουρίου, την πρώτη ίσως Λαρισαία ζωγράφο. Αποφοίτησε και αυτή από την Ανωτέρα Σχολή Καλών Τεχνών το 1935 και σαν απόγονος φημισμένου ζωγράφου και φωτογράφου είχε όλες τις προοπτικές να αναδειχθεί. Όμως η πρώτη της έκθεση που έγινε στη Λάρισα, παρά τα εγκωμιαστικά σχόλια των εφημερίδων και των κριτικών τέχνης, δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία. Αγοραστές ελάχιστοι και μόνον ο δήμαρχος Στυλιανός Αστεριάδης (Πατόφλας) αγόρασε για λογαριασμό του Δήμου δύο πίνακες. Η ζωγράφος απογοητευμένη πέταξε τα πινέλα της και καθώς έβλεπε ότι δεν υπήρχε προοπτική επαγγελματικής απασχόλησης, έκανε έναν καλό γάμο και έζησε ευτυχισμένη στην Αθήνα.
——————————————————————————
[1]. Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Λαρισαίοι ζωγράφοι του μεσοπολέμου, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 17ης Απριλίου 2019.
[2]. Βογιατζής Φώτης. Η Θεσσαλική Ζωγραφική (1500-1980), Αθήνα (1980) σελ.249-250.
[3]. Αργότερα μεταφέρθηκε στην οδό Φιλελλήνων, κατόπιν στην οδό Ολύμπου, απέναντι από τη Δημοτική Αγορά και στο τέλος, όταν πια είχε μεγαλώσει, στο σπίτι του στην οδό Λορέντζου Μαβίλη.
[4]. Ολύμπιος (Περραιβός Κώστας). Η Λάρισα που χάθηκε, εφ. «Λάρισα», φύλλο της 17ης Ιουλίου 1979.
[5]. Βάλλας Δημήτρης, Το ξεχασμένο εκκλησάκι της Πλατείας [Ταχυδρομείου], εφ. «Ελευθερία», ένθετο Reporter, Λάρισα, φύλλο της 20ής Ιουλίου 2003, και Παπαθεοδώρου Νικόλαος. Το παρεκκλήσιο της κλινικής Γ. Ι. Κατσίγρα. Η αγιογράφησή του από τον Ζήση Τσαπράζη, εφ. «Ελευθερία», Λάρισα, φύλλο της 4ης Ιουλίου 2018.
[6]. Θέλω να ευχαριστήσω θερμά τον κ. Κωνσταντίνο Παπαλαζάρου, εγγονό του Ζήση Τσαπράζη, για τις πολύτιμες πληροφορίες του.

Δείτε και αυτά